θυλακώνω

θυλακώνω
[θύλακος]
βάζω στη σακούλα ή στην τσέπη, τσεπώνω.

Dictionary of Greek. 2013.

Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • θυλακώνω — θυλάκωσα 1. θέτω κάτι στην τσέπη. 2. μτφ., εισπράττω χρήματα, τσεπώνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ενθυλακώνω — 1. βάζω κάτι στην τσέπη, ιδιοποιούμαι κάτι αδίκως ή παρανόμως, τσεπώνω 2. κλείνω μέσα σε θύλακο. [ΕΤΥΜΟΛ. < εν + θυλακώνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1880 στον Δημ. Καρέκλη] …   Dictionary of Greek

  • θυλάκωση — η [θυλακώνω] τοποθέτηση ενός αντικειμένου μέσα στο θυλάκιο, τσέπωμα …   Dictionary of Greek

  • θύλακος — Μικρός σάκος, σακούλι, ταγάρι· θέση αντιπάλων στο εχθρικό έδαφος· στη σύγχρονη ορολογία, περιοχή μέσα σε κράτος υπό διαφορετικό καθεστώς. (Ανατ.) Ωοειδής σχηματισμός στα διάφορα όργανα του σώματος των σπονδυλωτών και του ανθρώπου, που εκπληρώνει… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”